Ο αγαπημένος μας Luis

LUIS OROZCO: Η ΜΥΚΟΝΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ

Από σήμερα έως τις 30 Σεπτεμβρίου o αγαπημένος μας Luis Orozco εκθέτει «την Μύκονο που αγαπά» στην Δημοτική Πινακοθήκη, στην αίθουσα του Ματογιαννιού.

Αύριο Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου στις 20:30, θα πραγματοποιηθεί η πρώτη προβολή της ταινίας του Δημήτρη Καλφάκη «Mi querido Luis» (Ο Αγαπημένος μου Luis) στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων της ΚΔΕΠΠΑΜ στο Ματογιάννι.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΦΑΚΗΣ: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ LUIS

Ο Δημήτρης Καλφάκης, δημιουργός της ταινίας, συγκάτοικος και φίλος του νησιού, λέει:

Με αφορμή την έκθεση ζωγραφικής του Luis Orozco που ξεκινά στις 21 Σεπτεμβρίου στην αίθουσα Καλογερά της Δημοτικής Πινακοθήκης με τίτλο «Η Μύκονος που αγαπώ», θα πραγματοποιηθεί η πρώτη προβολή της ταινίας «Mi querido Luis» (Ο Αγαπημένος μου Luis) στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων της ΚΔΕΠΠΑΜ στο Ματογιάννι ( 1ος όροφος) στις 22 Σεπτεμβρίου και ώρα 20:30.
Καθώς γράφω τούτη την ανακοίνωση – πρόσκληση προς όλους εσάς, σκέφτομαι πως αν είχα τελειώσει την ταινία στο καθορισμένο της χρόνο (τα πρώτα γυρίσματα έγιναν το 2013), τώρα θα αράδιαζα βιογραφικά στοιχεία για να τονίσω την σημαντική προσωπικότητα του Luis Orozco και την μεγάλη του προσφορά στην τέχνη της ζωγραφικής και στο νησί μας , του λόγους δηλαδή που με έκαναν να θέλω να γυρίσω μια ταινία για εκείνον.

https://www.facebook.com/plugins/video.php?href=https%3A%2F%2Fwww.facebook.com%2Fmykonos.filmmakers%2Fvideos%2F1960092217600530%2F&show_text=0&width=560

Φυσικά και ισχύουν όλα τα παραπάνω, μα είναι όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν , η καθημερινή μας παρέα, τα γέλια που κάναμε, τα τραγούδια που τραγουδήσαμε, οι στιγμές που μοιραστήκαμε, οι εξομολογήσεις, που καθόρισαν την σχέση μας άρα και το κινηματογραφικό αποτέλεσμα.
Ευτυχώς η ταινία άργησε να τελειώσει και δεν είναι απλώς μια ταινία για τον Luis Orozco, αλλά μια ταινία για τον αγαπημένο μου Luis. Αισθάνομαι τυχερός ως άνθρωπος και ως κινηματογραφιστής γι’ αυτό.
Θα χαρούμε πολύ, εγώ και ο Luis να έρθετε στην προβολή.

Να είστε καλά,
Δημήτρης Καλφάκης
Χορηγός παραγωγής : Πολιτιστικός και Λαογραφικός Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου
Υπό την αιγίδα της ΚΔΕΠΠΑΜ

Η ΜΥΚΟΝΟΣ, Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

Από την ωραία έκδοση που κυκλοφόρησε το 2010 για τα 50 χρόνια του Luis στο νησί, έτσι περιγράφει ο ίδιος το πως έφτασε στο νησί, τί είδε και γιατί αποφάσισε πως θα μείνει.
του Λούις Ορόσκο

«ΔΕΣΠΟΙΝΑ» ήταν το όνομα του καραβιού που μ’ έφερε στη Μύκονο. Ήταν λίγο μεγαλύτερο από μπανιέρα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, είχε προσωπικότητα, κάτι που μπορούσα να περιλάβω σε έναν πίνακά μου. Το ταξίδι από τον Πειραιά στη Μύκονο κράτησε κάπου έντεκα ώρες, με δύο ενδιάμεσες στάσεις, μία στη Σύρο, πρωτεύουσα των Κυκλάδων, και μία στην Τήνο.

Η Μύκονος ήταν τότε ένα μαγευτικό νησί, η αρχιτεκτονική της χρηστική και σε διαστάσεις ανθρώπινες. Ακόμα και στο πιο στενό δρομάκι ένιωθες άνετα, καθόλου κλειστοφοβικά. Έμοιαζε σαν ένα σπίτι που εκτεινότανε στο επόμενο και στο επόμενο, μια σειρά από γειτονιές ευχάριστες και οικείες, ειδικά για τα παιδιά που μπορούσαν να παίζουν και να χάνονται, αλλά όλο και κάποιος θα αναγνώριζε το κλάμα τους και θα τα οδηγούσε πίσω στη μητέρα τους.

Οι ανθρώπινες διαστάσεις ισχύουν το ίδιο και για το τοπίο. Καμιά παραλία δεν είναι υπερβολικά μεγάλη, και η θάλασσα είναι φιλική και αναζωογονητική. Σε καλοδέχεται.
Δεν υπάρχουν καρχαρίες, κανένας φόβος από αυτή την άποψη. Επιπλέεις μάλιστα ευκολότερα εδώ απ’ ό,τι σε άλλες θάλασσες κι αυτό οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι. Βρήκα ότι η ενδοχώρα προσφέρεται πάρα πολύ για ζωγραφική, διαθέτει μεγάλη
ποικιλία συστατικών: βράχους, καλαμιώνες, θερισμένα σπαρτά, ωραία βαθυπράσινα κυπαρίσσια και ελαιόδεντρα με ασημένιες γκριζοπράσινες φυλλωσιές. Τις ξερολιθιές καμιά φορά τις ζωγραφίζω σ’ ένα βαθύ κόκκινο χρώμα, για να μεταφέρω τη ζέστη των θερμών ημερών. Κι όλα αυτά, λουσμένα στο υπέροχο, διάφανο φως του Αιγαίου. Με τα μελτέμια, προς το τέλος του καλοκαιριού, το Αιγαίο παίρνει ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα που σε μαγεύει […]

Η Χώρα της Μυκόνου είναι ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα. Τη δεκαετία του 1960 κατακλύστηκε από φοιτητές αρχιτεκτονικών σχολών από όλον τον κόσμο που έκαναν διάφορες μετρήσεις προκειμένου να προσδιορίσουν τι ακριβώς ήταν εκείνο που έκανε τους δρόμους τόσο οικείους και ευχάριστους. Οι αναλογίες τους, οι σχέσεις ανάμεσα στο
ύψος και το πλάτος των σοκακιών, τα παράθυρα και οι πόρτες, το πάχος των τοίχων κ.λπ.
κ.λπ. Είναι όλα λευκά, κι όμως κατά το σούρουπο οι τοίχοι αντανακλούν τα χρώματα των
πορτών και των μπαλκονιών και παύουν να είναι λευκοί. Θυμάμαι έναν Αθηναίο κριτικό τέχνης που απορούσε πού βρήκα όλα αυτά τα χρώματα, αφού η Μύκονος είναι λευκή σαν
περιστέρι. Και συνεχίζουν να με κατηγορούν πολλοί ότι κουβάλησα μαζί μου τα μεξικάνι-
κα χρώματα. […]

Κάτι που επίσης μου είχε κάνει πολλή εντύπωση όταν πρωτοήλθα στη Μύκονο ήταν με πόση ελευθερία τραγουδούσαν δυνατά στο δρόμο οι ντόπιοι, γυρίζοντας απ’ τη δουλειά τους, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας – χωρίς να είναι πιωμένοι. Και πράγματι, σπάνια έβλεπες πιωμένο στον δρόμο. Συνήθως έπιναν στις ταβέρνες, συντροφιά με φίλους, τρώγοντας παράλληλα, και πάντα επακολουθούσε τραγούδι και χορός, αυθόρμητα, δίχως να νοιάζονται για το ποιος βρισκόταν δίπλα τους, και δίχως πρόθεση αυτοπροβολής ή επίδειξης προς τους τουρίστες. Οι Μυκονιάτες συνεχίζουν και τώρα να το κάνουν αυτό, στα πανηγύρια και στις γιορτές, δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έζησα την εμπειρία εκείνης της Μυκόνου, γιατί είχα έλθει στην Ελλάδα για να ζήσω την Ελλάδα. Τις πίστες και τις διεθνείς ντίσκο τις βρίσκεις παντού. Έρχεσαι στην Ελλάδα για να την απολαύσεις (η ντίσκο έρχεται μετά και εφόσον το θέλεις).

Ήμουνα επίσης πολύ τυχερός που γνώρισα Έλληνες, όπως την οικογένεια Κουσαθανά, τη Βγενούλα και τα παιδιά της. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με τα υφαντά, φτιάχνοντας ωραία πολύχρωμα χράμια και κουβέρτες, ενώ παράλληλα βοηθούσαν τους ξένους να γνωρίσουν καλύτερα το νησί τους παρέχοντάς τους κάθε ωφέλιμη πληροφορία. Η μητέρα Βγενούλα, συγχωρεμένη από καιρό, είχε μείνει ένα διάστημα στην Αγγλία όταν ήταν νέα κι έτσι έμαθαν και τα παιδιά της αγγλικά, κάτι που τα βοήθησε πολύ στην επικοινωνία τους με τους ξένους, τους οποίους πάντα αντιμετώπιζαν με προθυμία και ζεστασιά.

Όταν ρωτούσες για κάποιο μέρος ή για κάποιον άνθρωπο, δεν σου έδιναν απλώς
την πληροφορία, αλλά σε έπαιρναν από το χέρι και σε οδηγούσαν εκεί. Ο μεγαλύτερος γιος έβαφε τα μάλλινα νήματα, κι όλο υπήρχαν τραγούδια και χοροί. Το πρώτο μου πάρτι στη Μύκονο ήταν στα γενέθλια της Ανουσώς, της μεγαλύτερης κόρης της Βγενούλας, με ντόπιους μουσικούς που έπαιζαν τσαμπούνα, τύμπανα και ακορντεόν. Ήτανε ακόμα Μάρτιος και έκανε αρκετή ψύχρα, ο χορός όμως και η ρετσίνα μάς κρατούσαν ζεστούς. Όλοι τραβούσαν ο ένας τον άλλον στο χορό.

Δεν ήρθα στη Μύκονο με σκοπό να μείνω, βρήκα όμως ένα νησί με ζωγραφικό
ενδιαφέρον και υλικό για μια ολόκληρη ζωή. Οι τουρίστες που συναντούσες εδώ προέρχονταν από όλον τον κόσμο, δεν αναζητούσαν τη λάμψη της ντίσκο, αλλά τη μαγεία της ομορφιάς και της ιστορίας του τόπου. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη γνωρίσει το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Ρώμη και έψαχναν για κάτι διαφορετικό. Κι αυτό το βρήκαν στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ, πρέπει όμως να το ψάξεις.

Σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο να ταξιδέψεις σε τούτα τα μέρη. Υπάρχουν αεροπλάνα και γρήγορα, άνετα καράβια. Μπορείς να ενοικιάσεις ένα μοτοποδήλατο ή ένα αυτοκίνητο,
για να περιηγηθείς το νησί, αλλά μην το παρακάνεις. Ο αέρας της Μυκόνου είναι ακόμη καθαρός, μην κουβαλήσεις μαζί σου το καυσαέριο και την ταχύτητα, πήγαινε σιγά, θα δεις περισσότερα.

Ο τουρισμός έχει αλλάξει πολλά πράγματα εδώ, δεν είναι όμως όλα αρνητικά. Οι σημερινοί νέοι έχουν ανετότερη επικοινωνία με τον κόσμο απ’ ό,τι στο παρελθόν, πολλοί είναι αυτοί που μπαίνουν στα πανεπιστήμια. Υπάρχουν ήδη πολλοί γιατροί στο νησί, οι γυναίκες είναι κομψότερες, λιγότερο ταλαιπωρημένες και μορφωμένες. Οι πιο πολλοί μιλάνε αγγλικά και άλλες γλώσσες. Σπανίως βρίσκεις κάποιον που δεν μιλάει αγγλικά.  Μπορείς και σήμερα να βρεις μουσακά στα εστιατόρια, αλλά η ελληνική κουζίνα είναι τώρα πια πολύ περισσότερα από τον μουσακά και το τζατζίκι. Γιατί να αυτοπεριοριζόμα- στε, λοιπόν; Υπάρχουν κι άλλα φαγητά στον κατάλογο. Στο νησί παράγεται επίσης πολύ καλό κρασί, ιδιαίτερα το κόκκινο το ξερό. Προσπάθησε να ανακαλύψεις μέρη που να μπορείς να ακούσεις ελληνική μουσική και να δεις ελληνικούς χορούς. Όλα αυτά αποτελούν συστατικά της αυθεντικής ελληνικής και μυκονιάτικης πραγματικότητας.

Μύκονος, 2003