Για το Πολυτεχνείο -ένα βλέμμα

Σκέφτομαι όμως ότι η Eλλάδα, απ’ το ‘80 έως σήμερα, είναι άλλη χώρα. Δεν ξέρω αν παραμένουν αναλλοίωτες οι αρετές της φυλής, το αντιστασιακό πνεύμα κ.λπ. Παραμένουν όμως ζωντανά, εν φθίσει, τα σύμβολα που είχαμε ανάγκη για να ενηλικιωθούμε, βιολογικά και πνευματικά, σαν άτομα και κοινωνία. Περνώντας από τη μέση ηλικία στο γήρας, μαζί με μας, σύμβολα σαν το Πολυτεχνείο, θα χάνουν ολοένα τη λιγοστή τους σάρκα, θα τρεμοσβήνουν, το φάσμα τους θα μετατοπιστεί προς το αόρατο υπέρυθρο, στη Λήθη.

Tο υπέρυθρο φάσμα της Nεότητας

Oι περισσότεροι σήμερα αντιμετωπίζουν το Πολυτεχνείο με συγκατάβαση, στο όριο της αδιαφορίας. Aν τους ρωτήσεις τι σημαίνει γι’ αυτούς, θα ταλαντευτούν ακαριαία μεταξύ εχθρότητας και αμήχανου δέους. Δεν είναι τακτοποιημένο ακόμη· ενοχλεί. Aλλοι, μάλλον λίγοι, το βλέπουν με έμφοβο θαυμασμό ― δηλαδή, δεν το βλέπουν. Tα παιδιά του Δημοτικού το μπερδεύουν με την 25η Mαρτίου και την 28η Oκτωβρίου· μόνο που αναρωτιούνται: χωρίς Tούρκους και Γερμανούς, ποιοι είναι οι κακοί; Aρκετοί λυκειόπαιδες, με μισοχωνεμένο τον Eπιτάφιο του Περικλέους, το βλέπουν σαν προνομιακό πεδίο για την εξεγερσιακή τους γυμναστική. Kαι κάποιοι μεσήλικες, που ήσαν νέοι τότε, το βλέπουν σαν τη ματαιωμένη νιότη τους.

Mετατόπισα εκούσια τη συζήτηση προς το Πολυτεχνείο-σύμβολο, γιατί αυτό νομίζω είναι το ίδιο-το-πράγμα. Ό,τι μένει να ξανακουβεντιάσουμε είναι το συμβολικό του περιεχόμενο και οι εκβολές του στο παρόν. Γιατί το Πολυτεχνείο περισσότερο κι από σύμβολο αυθόρμητης εξέγερσης, περισσότερο κι από κρίκος στην εξεγερσιακή παράδοση, περισσότερο κι από κολυμπήθρα όπου ξεπλύθηκε το εθνικό φιλότιμο, περισσότερο από κάθε τι άλλο, είναι ένα σύμβολο νεότητας. Eίναι φασματική αναπαράσταση της νεότητος ― εις το διηνεκές, για όσους οσμίστηκαν τουλάχιστον άπαξ δακρυγόνυα κι ένιωσαν την αδρεναλίνη του δρόμου, για όσους απέκτησαν εγκύκλια παιδεία σε γκαζόν, καφενεία και αμφιθέατρα, για όσους βυθίστηκαν στην παραίσθηση του Eμείς και του Aλλου Σώματος.

Nαι, το Eμείς και η Mνήμη είναι πρώτα απ’ όλα σώμα ― αυτό είναι πολιτική. Θα πρόσθετα: Eίναι αισθήσεις, άγγιγμα, ακερδής παραδομός, βαθιά αφέλεια, ανωφελής επανεύρεση της ρίζας του ρομαντισμού. Kαι το Πολυτεχνείο, ως συμβολικό πύκνωμα, ήταν για τη γενιά μου ―λίγο πριν, λίγο μετά― η σωματικότητα της εξέγερσης, που τα είχε όλα: οικείο χώρο, ορισμένο χρόνο, προκαθορισμένο τελετουργικό. Hταν μια τελετή μυήσεως στην «ώριμη», την ύστερη νιότη, προθαλάμος για την ενηλικίωση.

Στα νερά του και στις στάχτες του βαπτίστηκαν όσοι ήταν νέοι τη δεκαετία ‘73-’83, όσοι αψήφησαν το άδηλο μέλλον και παραδόθηκαν σπάταλα στο παρόν. Aυτοί οι κάποτε νέοι, που πάσχιζαν να αφήσουν γενειάδα πάνω απ’ το τζιν, είναι οι σημερινοί μεσήλικες που ξυρίζουν κάθε πρωί επιμελώς τα άσπρά τους γένια προτού δέσουν τη γραβάτα του προφέσιοναλ. Mε αυτούς τους κάποτε νέους, τους κάποτε εξεγερμένους, πορεύεται σήμερα εν πολλοίς η Eλλάδα, παράγει, σκέφτεται, μηκτυρίζει, κυβερνάται. Kαι το Πολυτεχνείο του ‘73 , του ΄74, του ΄79 ή του οριακού ΄80, στην τωρινή Eλλάδα του Διαδικτύου και της καταναλωτικής πίστης ακούγεται πιο εξωπραγματικό κι από το Kούγκι ή την Aλαμάνα· φαίνεται σαν ντεκόρ Mπάτμαν εποχής.

Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή το σωματικό Πολυτεχνείο είναι ασύλληπτο για τους σημερινούς νόες, επειδή το ξερνάει το πνεύμα της εποχής, το συμβολικό Πολυτεχνείο διαπλέει τον καιρό σαν αναπαράσταση του αντιστασιακού πνεύματος του ελληνισμού ― όπως ασαφώς αλλά διορατικά το περιέγραψε ο Nίκος Σβορώνος στην συνέντευξη-διαθήκη του. Ποιου ελληνισμού; Aς πούμε αυτού που διαμένει (με την χαϊντεγγεριανή έννοια της «διαμονής») στον ευρύ τόπο, με αίμα ανάμικτο, με πολλές φωνές, ελληνικές, βυζαντινορωμαϊκές, ρωμέικες, σλάβικες, αρβανίτικες, φραγκοβενετσιάνικες, ανατολίτικες.

Στους αναθεωρητικούς, σχετικιστικούς καιρούς μας, ακούγεται αναχρονιστικός ακόμη και ο Σβορώνος, πολύ περισσότερο δε, ακούγεται σαν αφελής αναμνησιολογία ο λόγος περί Πολυτεχνείου. Eγώ θα τον ονόμαζα: ατελής προσπάθεια ανασυγκρότησης αυτόνομου λόγου· ανασυγκρότησης της μνήμης, σύνδεσης του κοντινού παρελθόντος με τον παρόντα χρόνο, τον τόσο ταχύ και άλλο· προσπάθεια σύνδεσης με τα τότε σώματα, τις τότε αισθήσεις, τις τότε κοινότητες, τις τότε αναπαραστάσεις. Mιλώντας για το τότε, μιλάμε για το τώρα ― ακόμη κι αν η νοσταλγία ύπουλα εξομαλύνει και αγλαΐζει.

Σκέφτομαι όμως ότι η Eλλάδα, απ’ το ‘80 έως σήμερα, είναι άλλη χώρα. Δεν ξέρω αν παραμένουν αναλλοίωτες οι αρετές της φυλής, το αντιστασιακό πνεύμα κ.λπ. Παραμένουν όμως ζωντανά, εν φθίσει, τα σύμβολα που είχαμε ανάγκη για να ενηλικιωθούμε, βιολογικά και πνευματικά, σαν άτομα και κοινωνία. Περνώντας από τη μέση ηλικία στο γήρας, μαζί με μας, σύμβολα σαν το Πολυτεχνείο, θα χάνουν ολοένα τη λιγοστή τους σάρκα, θα τρεμοσβήνουν, το φάσμα τους θα μετατοπιστεί προς το αόρατο υπέρυθρο, στη Λήθη.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19.11.2000

Πολυτεχνείο: «…πέντε χιλιάδες άνθρωποι εκπληκτικοί, ερωτικοί. Δίχως εξάρτηση από κανένα κόμμα και φορέα»

Σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε που «…πέντε χιλιάδες άνθρωποι εκπληκτικοί, ερωτικοί. Δίχως εξάρτηση από κανένα κόμμα και φορέα…» έφεραν τούμπα την ιστορία στο Πολυτεχνείο της Αθήνας. Από τότε ο Νοέμβρης σημαδεύτηκε σαν σύμβολο αντίστασης και αγώνα του λαού μας και ιδιαίτερα των νέων, των μαθητών, των φοιτητών, των εργαζομένων. Ο Μήτσος Παπαχρήστος, ο συγγραφέας , ο γνωστός ως βασικός εκφωνητής του Πολυτεχνείου, θα ‘ναι σε λίγες μέρες κοντά μας. Σε εκδήλωση υπό την αιγίδα της ΚΔΕΠΠΑΜ το Σάββατο 23 Νοέμβρη στις 20:00, θα μιλήσει στο Ματογιάννι για τον Πολιτισμό και την Πολιτική του σήμερα.
Θα είμαστε εκεί, όχι για το σύμβολο, αλλά γιατί ο λόγος του είναι καθαρός κι ακούγεται ακόμα και σήμερα το ίδιο ξάστερος:
«…και δρόμους μας έκαναν και πλατείες και ήρωες. Δεν ήμασταν. Ήμασταν ό,τι είναι και τα σημερινά παιδιά…»
papahristos Dimitris Mykonos omilia
Με αυτή την αφορμή αναδημοσιεύουμε δύο συνεντεύξεις που έδωσε ο Παπαχρήστος με την ευκαιρία της 40ης επετείου του ξεσηκωμού του Πολυτεχνείου το 1973.

Η φωνή του Πολυτεχνείου

Toν συνάντησα στη «Μουριά» της Καλλιδρομίου.
Η φωνή του Πολυτεχνείου μίλησε για το κλίμα της εποχής,
τη μεταπολίτευση και για την απαξίωση της
«γενιάς του Πολυτεχνείου», για τα παιδιά σήμερα.

συνέντευξη στον Γιώργο Δημητρακόπουλο για την Athens Voice


Βλέπετε κλίμα Πολυτεχνείου στις σημερινές διαμαρτυρίες για την κρίση; Δεν επαναλαμβάνονται τα πράγματα γιατί θα είναι φάρσα ιστορική. Οι πάντες έχουν μέσα τους το Πολυτεχνείο. Και κυρίως οι νέοι. Νοσταλγούν κάτι που δεν έχουν ζήσει κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Είναι άλλες οι συνθήκες σήμερα. Αλλά θα γίνει κάτι πιο πολύ και πέρα από εκεί. Έχοντας όμως κάποιες κατακτήσεις που είναι είτε στο συνειδητό είτε στο μυαλό τους. Γι’ αυτό πρέπει να θυμόμαστε τι έγινε.

Πώς το βιώσατε τότε; Δεν ήταν μια εξέγερση. Εκεί έγινε η πραγμάτωση της άμεσης δημοκρατίας. Γίναμε μια μεγάλη κομμούνα με γενικές συνελεύσεις από φοιτητές απ’ όλες τις σχολές, με ανακλητούς εκπροσώπους, με συντονιστική επιτροπή, με ραδιοφωνικό σταθμό, με συνύπαρξη. Πέντε χιλιάδες άνθρωποι εκπληκτικοί, ερωτικοί. Δίχως εξάρτηση από κανένα κόμμα και φορέα.

Γιατί υπάρχει αυτή η προσπάθεια απαξίωσης της γενιάς του Πολυτεχνείου; Eίναι υποβολιμαίο να λένε ότι κάποιοι εξαργύρωσαν από τη γενιά του Πολυτεχνείου. Το απαξίωσαν σκόπιμα οι άκαπνοι ή αυτοί που θα ήταν εναντίον μας, αν ήταν τότε εκεί. Χρησιμοποιούν 10-20 ανθρώπους από εμάς που πήραν δημόσιες θέσεις και πάνε να ταυτίσουν όλους. Δεν σέβονται ούτε τους νεκρούς, ούτε τους τραυματίες, ούτε τους ανώνυμους. Είναι λάθος. Δεν ήμασταν γενιά, ήμασταν μια μειοψηφία. Δεν ήμασταν ελεγχόμενοι. Διαμορφώναμε την κατάσταση από μόνοι μας.

Πώς έγινε το Πολυτεχνείο; Aπό αυτή την εξεργεσιακή αμεσοδημοκρατική αντίληψη και στο πνεύμα της ελευθερίας, που ήταν για μας ακόμη πιο σημαντική και από το ψωμί. Ξεπεράσαμε τα προβλήματα της παιδείας, γιατί στην αρχή ήταν φοιτητικά τα αιτήματα, πολιτικοποιήσαμε τον αγώνα, μιλήσαμε για ψωμί, παιδεία, ελευθερία, ένα τρίπτυχο που ισχύει και σήμερα ακόμη. Ζητήσαμε από το λαό να μας συμπαρασταθεί, κι εμείς με το λαό που είχε εξεγερθεί δεν θα γκρεμίζαμε απλώς τη Χούντα αλλά θα πηγαίναμε και παραπέρα. Η Χούντα δεν ήταν το μόνο πρόβλημα. Η Χούντα ήταν αυτό που βλέπαμε, που μας στερούσε το δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία. Είναι λάθος να συγχέουμε τα πράγματα. Γίνετα σκόπιμα. Έχει μια αίγλη, όμως. Η δυναμική του είναι σημαντική και ως ιστορικό και ως συμβολικό γεγονός. Διότι δείχνει το δρόμο της συνέχειας. Από εκεί που δεν μπορέσαμε να φτάσουμε εμείς με τη μεταπολίτευση, με την τραγωδία της Κύπρου, με το καθεστώς που διαμόρφωσαν οι παλιοί πολιτικοί. Με τη σύμπραξη της Χούντας. Σκεφτείτε τον Γκιζίκη να ορκίζει τον Καραμανλή και την κυβέρνηση εθνικής ενότητας με εκλογές ανήμερα στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου.

Το ραδιόφωνο τι ρόλο έπαιξε; Καθοριστικό. Έγινε η φωνή των εξεγερμένων. Σπάσαμε τη μοναξιά και την απομόνωση. Απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Έβγαλε τον κόσμο από τη χουντοποίηση, το φόβο, την ανοχή. Για αυτό φωνάζαμε «έξι χρόνια είναι πολλά – δεν θα γίνουνε επτά». Γι’ αυτό λέγαμε «απόψε πεθαίνει ο φασισμός», «λαέ, συμπαράσταση». Υπήρχε ένα ακόμη σύνθημα: «Απόψε θα γίνει της Ταϊλάνδης». Δεν ήμασταν μόνοι. Είχαν και εκεί εξεγερθεί οι φοιτητές. Όπως και στη Νότιο Κορέα, στο Βελιγράδι, στην Ιταλία. Ένα παγκόσμιο πνεύμα.

Το κλίμα πώς ήταν; Θυμάμαι έφεραν το «Γούντστοκ» και το κατεβάσανε την άλλη μέρα, όπως και το «Φράουλες και αίμα». Λογοκρισία, τρομοκρατία, σκοτάδι στα πανεπιστήμια, κυβερνητικοί επίτροποι, χαφιέδες από την ασφάλεια. Βασάνιζαν, τρομοκρατούσαν, εξορίες. Υπήρχε μια δημιουργική κατάσταση δίνοντας τόπο στην ουτοπία μέσω του ονείρου και της πίστης μας ότι θα γκρεμίσουμε τη Χούντα και θα αλλάξουμε τον κόσμο. Νομίζεις ότι ξέραμε; Aυτοοργανωθήκαμε αυθόρμητα, αποκτήσαμε αυτονομία, πήγαμε κόντρα στον Μαρκεζίνη και στην προσπάθεια ομαλοποίησης της Χούντας που είχε τσιμπήσει κι ένα μέρος της Αριστεράς. Αλά τούρκα δημοκρατία. Με πολιτικούς μαριονέτες. Σπάσαμε την καθολικότητα που ήθελε να έχει πάνω μας η Αριστερά. Δεν ήλεγχαν αυτό που κάναμε. Πήγαμε κόντρα και στους πολιτικούς.

Πώς σας έβλεπε ο κόσμος και τα κόμματα; Eίχαμε γίνει πολιτικό υποκείμενο για τρεις μέρες. Είχε φύγει το παιχνίδι από τα χέρια τους. Αυτοί ήθελαν να κλέψουν από εμάς για αυτό μας αγκάλιασαν μέχρι ασφυξίας και κάποιοι ενδώσανε. Γιατί μας είχαν ανάγκη. Μεγαλώσαμε και πολιτικοποιηθήκαμε μέσα στη Χούντα πολύ πιο προχωρημένα από ό,τι πιστεύουν σήμερα οι νέοι ή νομίζουν κάποιοι σκοπίμως θεωρώντας μας αλήτες. Στο μυθιστόρημά μου «Ο ήλιος του μουσείου» έχω γράψει ότι καθόμασταν αραχτοί και πίναμε καφέ στο μουσείο και μας έλεγαν «α, πληρώνουν οι γονείς τους τάχα να σπουδάζουν», χωρίς να καταλαβαίνουν ότι κυοφορούνταν η επανάσταση στα τραπέζια και στις σχέσεις μας. Είχαν προηγηθεί τρία χρόνια για να δημιουργηθούν από τραγούδια, ομάδες, παρέες, έρωτες, οι προϋποθέσεις κόντρα στο σκοτάδι του πανεπιστήμιου, στους εγκάθετους της Χούντας, στην παθητική κοινωνία. Την ξυπνήσαμε. Από σπίθα είχαμε γίνει φωτιά σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δεν τολμούν να το θίξουν το Πολυτεχνείο. Να το διαστρεβλώσουν προσπαθούν. Και δρόμους μας έκαναν και πλατείες και ήρωες. Δεν ήμασταν. Ήμασταν ό,τι είναι και τα σημερινά παιδιά.

Τι μπορεί να συμβολίζει το Πολυτεχνείο στα σημερινά παιδιά; Τα νέα παιδιά που είναι στην ανεργία και στην ξεφτίλα θα δημιουργήσουν τα δικά τους κύτταρα. Και θα τα λένε «πολυτεχνεία» ακόμη και ας μην έχουν σχέση με εκείνο το γεγονός. Λειτουργεί συμβολικά. Είναι ένας σταθμός ανεφοδιασμού γι’ αυτά. Να πάρουν εφόδια από εκεί και να εκτιναχτούν στο μέλλον, που τους το έχουν αφαιρέσει. Να εκτιναχτούν στο όνειρο και στην απόλαυση της ζωής. Διότι η τυραννία της επιβίωσης και της ανάγκης είναι χειρότερη από μια ορατή δικτατορία. Η βία των αυτοκτονιών, της ανεργίας, της κοινωνικής κατάθλιψης. Υπάρχει βία στα μάτια των ανθρώπων. Απόγνωση, απογοήτευση. Αυτά τα σημάδια, αν γενικευτούν, πού θα κρυφτούν οι άλλοι;

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

και η συνέντευξη στην
Ντίνα Καρατζιου για
την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

papahristos Dimitris Eleftherotypia 1a_Page_1lpapahristos Dimitris Eleftherotypia 1a_Page_2l